Κριτική για την ταινία Lion King (2019)

0
1484
Βαθμολόγησε το άρθρο
[Total: 23    Average: 3.8/5]

O μικρός Σίμπα είναι ο διάδοχος του πατέρα του, Μουφάσα. Δεν είναι όλοι, όμως, χαρούμενοι στο βασίλειο με την έλευση του μικρού λιονταριού. Ο Σκαρ, ο αδερφός του Μουφάσα -και μέχρι πρότινος διεκδικητής του θρόνου- έχει άλλα σχέδια. Το μονοπάτι για τον θρόνο χαράζεται με προδοσία, οδηγώντας την κατάσταση σε τραγωδία, με αποτέλεσμα να εξοριστεί ο Σίμπα. Με τη βοήθεια των καινούργιων φίλων του, ο Σίμπα θα σταθεί στο ύψος του και θα διεκδικήσει αυτά που του ανήκουν δικαιωματικά.

  • Γράφει ο Παναγιώτης Πυλαρινός από το Cinemafiles

Ο Βασιλιάς των Λιονταριών (1994), το αριστούργημα της Disney που απέσπασε Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού για το τραγούδι «Can You Feel the Love Tonight» (Elton John, Tim Rice) και Όσκαρ Καλύτερης Μουσικής (Hans Zimmer), καθώς και δύο βραβεία Γκράμι , με το επίσημο soundtrack της ταινίας να έχει πάνω από 14 εκατομμύρια πωλήσεις, έγινε μία από τις πιο επιτυχημένες εισπρακτικά ταινίες κινουμένων σχεδίων όλων των εποχών και επιστρέφει 25 χρόνια μετά , αυτή τη φορά σε μια CGI και live action κινηματογραφική μίξη.

Τα ηνία αυτού του φιλόδοξουκαι απαιτητικού εγχειρήματος αναλαμβάνει ο εξαιρετικός Jon Favreau, που έχει ήδη κλέψει την παράσταση με το εντυπωσιακό Βιβλίο της Ζούγκλας, το οποίο απέσπασε Όσκαρ Οπτικών Εφέ.

Μπορεί όμως ο σκηνοθέτης που ξεκίνησε το “κινηματογραφικό θηρίο” που λέγεται MCU , να μας δώσει μια ταινία , αντάξια του μύθου , μιάς από τις πιο συγκινητικές ιστορίες του σινεμά, προσφέροντας μας παράλληλα ένα καθηλωτικό θέαμα;

Όταν τελείωσε η προβολή του “νέου” Βασιλιά , αυτομάτως μου ήρθε στο μυαλό μια ταινία , η οποία -for all intesnse and perposes- απέτυχε να δώσει αυτό που καθορίζει ενα φίλμ … την ψυχή του.

Για αυτό τον λόγο , θα κάνουμε μια μικρή εισαγωγή γυρίζοντας το κινηματογραφικό καλεντάρι στο 1998 , εκεί όπου ο σκηνοθέτης Gus Van Sant “φρέσκος” από την επιτυχία του Good Will Hunting “ενορχήστρωσε” ένα ακαδημαικό shot-for-shot remake του κλασικού θρίλερ Psycho του master Alfred Hitchcock. Ήταν πολλοί -βέβαια- οι οποίοι  έκριναν αυτό το μικρό πείραμα ως βαθιά λανθασμένο , κάτι φυσικά που απέδειξε και ο ίδιος ο Van Sant , δείχνοντας ότι η τέλεια αναπαραγωγή των επιλογών/σκηνών ενός άλλου σκηνοθέτη δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η καινούρια ταινία θα είναι εξίσου αποτελεσματική , με το φίλμ του Van Sant να είναι τεχνικά to the point , αλλά να στερείται ψυχής.

Το ίδιο θα μπορούσε να λεχθεί και για το φωτορεαλιστικό remake του Jon Favreau. Η ταινία έρχεται τόσο κοντά στο πρωτότυπο – ειδικά στίς ιστορίες και την παρουσίαση χαρακτήρων – που μερικές φορές το νιώθεις σαν ένα περίπλοκο πείραμα στο ίδιο πνεύμα με το remake του Psycho του Van Sant , καθώς ο Favreau προσπαθεί να διατηρήσει την οπτική και συναισθηματική δύναμη της αρχικής ταινίας σε ένα πιο ρεαλιστικό περιβάλλον, με το κοινό να καλείται – αν και ακούσια – να σκεφτεί γιατί η πρώτη ταινία λειτούργησε τόσο καλά και γιατί την νεα προσπάθεια την αισθάνεται τόσο επίπεδη και επιπόλαια.

Το κύριο πρόβλημα της ταινίας είναι στην ίδια τη σύλληψή της. Σίγουρα, καθώς τα οπτικά εφέ έχουν βελτιωθεί με την πάροδο των χρόνων , η ιδέα της δημιουργίας μιας ταινίας με ζωα που “μιλάνε” στον δικό μας πραγματικό κόσμο είναι πρόκληση , η οποιά πήρε σάρκα και οστά με το οσκαρικό Βιβλίο της Ζούγκλας. Αλλά η επιλογή να πάρεις ενα υπάρχον και υπέροχα ζωγραφισμένο κινούμενο σχέδιο/ταινία και να την προσαρμόσεις, αντί να δημιουργήσεις μια πρωτότυπη ιστορία (όπως π.χ το Babe το 1995), ανάγκασε animators και σκηνοθέτη να περιορίσουν το εύρος της φαντασίας τους , κάτι που χαρακτήριζε το στούντιο και μαζί την αναγέννηση της Disney στις αρχές της δεκαετίας του 1990 , που ξεκίνησε με το υπέροχο Beauty and the Beast , συνεχίστηκε με το over the top Allandin και σφραγίστηκε με τον “Βασιλιά” του 1994.

Για να προσομοιώσει την πραγματικότητα, ο Favreau αφαιρεί τα όμορφα και ζωντανά χρώματα της πρώτης ταινίας “ξαναγυρίζει” στα υπέροχα μουσικά και γνωστά κομμάτια της original ταινίας, με αποτέλεσμα να φτιάξει ενα remake που, ναι, είναι εντυπωσιακό στο ρεαλισμό του, αλλά καταλήγει να γίνει μουντό και “άχρωμο”. Και για να πάρεις μια εκθαμβωτική και ειλικρινή ιστορία και να την απογυμνώσεις απο όλα όσα την έκαναν να λάμπει στην οθόνη , μοιάζει με μια επιλογή που προορίζεται για αποτυχία (τουλάχιστον καλλιτεχνική).

Με την ιστορία να είναι τόσο παρόμοια με την πρώτη ταινία, ο Jon Favreau αναγκάζεται να περιορίσει τον σκηνοθετικό εαυτό του, γεγονός που με τη σειρά του κάνει την ταινία σαν να είναι πρόθυμη να ξεφύγει από τα όριά της και να παρουσιαστεί ως κάτι διασκεδαστικό, συναρπαστικό και εντελώς πρωτότυπο. Δυστυχώς όμως , με εξαίρεση μία-δύο σύντομες επεκτάσεις σκηνών δράσης που ηδη υπήρχαν , ο Favreau παραμένει περιορισμένος στις απαιτήσεις/ορέξεις των στελεχών της Disney, οι οποίο ψάχνουν και θέλουν μια νεα “αγελάδα” μετρητών και φυσικά χωρίς να ανησυχούν για τον κίνδυνο αποξένωσης των θεατών.

Με αυτόν τον τρόπο, ο Favreau λειτουργεί λιγότερο ως σκηνοθέτης και περισσότερο ως μεταφραστής. Το remake του είναι σαν να βλέπεις έναν άνθρωπο/ταινία να μιλάει σχεδόν αποκλειστικά σε μια ξένη γλώσσα , με τον διερμηνέα/σκηνοθέτη να προσπαθεί απεγνωσμένα να την μεταφράσει σε μια άλλη γλώσσα που δεν έχει κανένα πλαίσιο αναφοράς για τούς θεατές. Και φυσικά όπως συμβαίνει συχνά σε μια τέτοια περίπτωση , ο αυθεντικός τόνος και η γεύση θα είναι -το λιγότερο- βαρετός, αν δεν χαθεί πρώτα … πλήρως στήν μετάφραση.

Πάρτε τους κύριους χαρακτήρες, για παράδειγμα. Ενώ η ιστορία διαθέτει μυριάδες άγριων ζώων, ο πρωταγωνιστής, ο μέντορας, το ερωτικό ενδιαφέρον και φυσικά ο villain είναι όλα τα λιοντάρια, το καθένα με τις δικές του μοναδικές προσωπικότητες και ιδιορρυθμίες. Οι ξεχωριστές ιδιότητες αυτών των χαρακτήρων “ζωντάνεψαν” πολύ αποτελεσματικά στην αρχική ταινία, ακριβώς επειδή οι animators είχαν την ελευθερία να εξανθρωπίσουν τα πρόσωπα και τις κινήσεις των χαρακτήρων. Η καλοσύνη του Mufasa και η ατίθαση “μεταξωτή” κακία του Scar έρχονται μέσα από αυτό το έξυπνο τέχνασμα, ακριβώς επειδή οι animators δεν περιορίστηκαν από τη δέσμευσή τους στον ρεαλισμό.

Στη νέα ταινία, ωστόσο, αυτοί οι χαρακτήρες δεν επιτρέπεται να μιμούνται τους ανθρώπους. Οι ηθοποιοί (φωνές) κάνουν ό, τι μπορούν, αλλά, όπως αποδεικνύεται, η φυσικότητα και η εκφρασή τους δεν είναι απολύτως πειστικές. Ξαφνικά, η ευγένεια του Mufasa μοιάζει σχεδόν ακριβώς όπως το μίσος που βγάζει ο Scar. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις, όμως , οι χαρακτήρες είναι αδιάφοροι. Αν ο Favreau και οι animators δεν είχαν σαν στόχο αυτόν ακριβώς τον ρεαλισμό, είμαι σίγουρος ότι αυτοί οι χαρακτήρες (και πολλοί άλλοι) θα μπορούσαν να έχουν πραγματικά λάμψει.

Ξανά και ξανά, ο Favreau και το επιτελείο του παίρνουν τις πιο αξέχαστες στιγμές και χαρακτήρες από την αρχική ταινία και τους αποστραγγίζουν όλα όσα τους έδωσαν ζωή. Το σχεδόν φασιστικό “στήσιμο” του “Be Prepared” του 1994 , με τα φρικιαστικά πράσινα και σκληρά κόκκινα , έχει αντικατασταθεί εδώ με έναν αόριστα συνωμοτικό και γκρίζο τόνο. Αλλά και δευτερεύοντες χαρακτήρες έχουν υποστεί ενα βίαιο downgrade. Η ανέμελη φιλοσοφία ζωής των timon και pumba εδω θα αντικατασταθεί απο ενα ψυχρό σχεδιασμό χαρακτήρων , ενω ακόμα και ο αρχηγός των υαινών έχει αλλάξει φύλο γιατί απλά ζούμε στήν εποχή του girl empowerment (για να μην υπάρχει παραξήγηση , εμείς αγαπάμε όλες τις γυναίκες, απλά επισημαίνουμε).

Κλείνοντας , τούτος ο “Βασιλιάς των Λιονταριών” αποδεικνύεται ως ένα ενδιαφέρον πείραμα, αλλά μόνο στην διαπίστωση του ότι ο ρεαλισμός περνά σε άλλο επίπεδο, το οποίο όμως ενώ συχνά επωφελεί την ταινία δεν φέρνει από μόνο του την επιτυχία. Το αντίθετο. Υποτιμάει την εγγενή δύναμη της original ιστορίας για να προσπαθήσει να την φέρει στον κόσμο μας, μπορεί -βέβαια- να υπερηφανεύεται για τα οπτικά του επιτεύγματα , αλλά η ιδιαίτερη μυστικιστική μοναδικότητα του πρωτότυπου βρίσκεται πολύ πέρα ​​από το σημείο όπου το φως αγγίζει , καθώς στερείται την ενέργεια και την καρδιά που έκανε την ταινία του 1994 τόσο αγαπημένη. Έτσι, όπως το Psycho του Gus Van Sant, οι “πειραματισμοί” του Peter Jackson με το HFR , οι ποπ αναφορές των ‘80s , οι διαδραστικές ταινίες της δεκαετίας του 1990 και πολλά άλλα στιλιστικά, αφηγηματικά και τεχνικά πειράματα σε όλη την ιστορία του κινηματογράφου , το Lion King του Jon Favreau γίνεται το τελευταίο παράδειγμα ενός παλιού κινηματογραφικού ρητού: Ακριβώς επειδή μπορείς, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: ★.5

– Ακόμα, μπορείτε να δείτε:


0
Λεπτά
 
  • Donald Glover 
  • Seth Rogen
  • Chiwetel Ejiofor
 

Lion King Trailer


Cineramen
Νίκος Δρίβας

Νίκος Δρίβας

Facebook Twitter Google+

Δημιουργός και συντάκτης του www.cineramen.gr αλλά κυρίως φανατικός του σινεμά

Share

Δείτε ακόμα στο Cineramen

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.