Ο Αμερικανικός αντιπολεμικός κινηματογράφος μέσα από επτά ταινιοκριτικές

0
304
Βαθμολόγησε το άρθρο
[Total: 2    Average: 5/5]

O δαφνοστεφής σκηνοθέτης Steven Spielberg δήλωσε κάποτε πως όλες οι ταινίες που πραγματεύονται τον πόλεμο, καλές ή κακές, είναι αντιπολεμικές.

  • Γράφει ο Θεολόγος Δημητριάδης

Κατά την εξέλιξη «αμφίβιας» απόβασης Αμερικανών στρατιωτών σε ακτή της Νορμανδίας (Saving Private Ryan *1, 1998), μεγάλος πρωταγωνιστής είναι η φρίκη του πολέμου. Όλα παραδίνονται στη δίνη της. Στα βλέμματα των στρατιωτών που ζυγώνουν την ακτή εισπράττουμε τη λύπη του επερχόμενου πένθους. Μετά, η σύγκρουση. Καμιά οικονομία στη σκληρότητα. Η θάλασσα βάφεται κόκκινη. Η δόξα κι ο πατριωτισμός δεν προλαβαίνουν καν να πατήσουν στην παραλία με το κωδικό όνομα Ομάχα. Έρμαια γίνονται κι αυτά, πλάι σε ακρωτηριασμένα κορμιά, στα γερμανικά ολμοβόλα και MG42 που, καλά οχυρωμένα, στήνουν το δικό τους χορό με τη σάρκα. Είναι χορός απρόσωπος κι ανθρωποβόρος.

Καθώς η εναρκτήρια σεκάνς των 24 λεπτών ξετυλίγεται σαν ταινία τρόμου μπροστά μας, ο Spielberg μάς λέει, ορίστε, τούτος είναι ο πόλεμος, μισήστε τον με την καρδιά σας, τίποτε καλό δεν έρχεται από δαύτον. Πλάνα επί πλάνων, η δήλωση του σκηνοθέτη δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης. Το αντιπολεμικό στοιχείο αναδεικνύεται μέσα από τη φανατική προσήλωση στο ρεαλισμό και την ανατριχιαστική λεπτομέρεια με την οποία αποδίδεται ο θάνατος. Είναι στιγμές που η οπτικοακουστική περιγραφή εκλαμβάνεται ως ψυχικό τραύμα ή ως μέσο απώθησης, το γκροτέσκο θέαμα τον καταδυναστεύει δημιουργώντας την αίσθηση του παράλογου και εκκεντρικού. Άλλωστε τα όπλα των Γερμανών δεν σημαδεύουν μόνο τον εχθρό. Οι ριπές τους διαπερνούν κράνη και κρανία, το «πανί» με τελικό στόχο τους τον θεατή.

Έντεκα χρόνια πριν από τον Στρατιώτη Ράιαν ο οραματιστής Stanley Kubrick μάς εξιστορούσε τη δική του εκδοχή για τον πόλεμο. Το πολυβραβευμένο Full Metal Jacket ακόμη αναστατώνει, τριάντα χρόνια μετά. Σύμφωνα με τον Kubrick η κληρονομιά του Βιετνάμ, διαπιστώνουμε (πάλι) με τρόμο, είναι αυτή που είναι: βαριά και άσχημη, της αποκτήνωσης και της ολοκληρωτικής ήττας. Άδικα κάποιοι βάφτισαν την ταινία «στρατολογική προπαγάνδα». Εδώ η βαναυσότητα του πολέμου ανακλάται στα μάτια παιδιών που γαλουχούνται από τη μιλιταριστική μηχανή σε στρατόπεδο εκπαίδευσης και, σταδιακά, μεταμορφώνονται σε εκτελεστές. Στο προαναφερθέν έργο του Spielberg, που δίνει βαρύτητα στο μορφολογικό-αισθητικό στοιχείο, ο Kubrick αντιπαρατάσσει μια αντιπολεμική δήλωση με ψυχολογικές προεκτάσεις.

Για να το επιτύχει, χτίζει το κείμενο πάνω σε ανθρωποκεντρικά θεμέλια, και λίγο ενδιαφέρεται για τη σπουδαιότητα της καθεαυτού πολεμικής σύρραξης. Στόχος του να απογυμνώσει τους ήρωές του, να τους εκθέσει, να τους θυματοποιήσει.

Ο αντιπολεμικός κινηματογράφος, βέβαια, δεν γεννιέται στο ζοφερό στρατόπεδο εκπαίδευσης του Kubrick, ούτε ενηλικιώνεται στις νορμανδική ακτή του Spielberg. Η ίδια του η ύπαρξη στο μέσο αποτυπώνεται σε δεκάδες απόπειρες από επιφανείς δημιουργούς. Σε κάθε κινηματογραφικό ολοκαύτωμα, πυρηνικό «μανιτάρι», χαράκωμα και σφαίρα.

Εντούτοις υπάρχουν και οι σκεπτικιστές που, με μπροστάρη τον François Truffaut *2 , υποστηρίζουν πως το μέσο αδυνατεί να εκφράσει με πειθώ την αντίθεση στον πόλεμο καθώς τον πρώτο λόγο έχει, σχεδόν πάντα, η εξύμνηση της πολεμικής αντιπαράθεσης. Είναι, εν πολλοίς, ο περίσσιος ηρωισμός, η έξαψη της μάχης και η εκθείαση της γενναιότητας και συντροφικότητας ανάμεσα στους στρατιώτες τα χαρακτηριστικά εκείνα που, μεταξύ άλλων, σαν διαβολικές παραφωνίες στερούν το αντιπολεμικό μήνυμα από την ουσία του.

*1 Η ταινία προτάθηκε για έντεκα βραβεία Όσκαρ και απέσπασε τα πέντε, μεταξύ των οποίων Καλύτερου Σκηνοθέτη και Φωτογραφίας.

*2 Φρανσουά Τρυφώ (1932 – 1984), Γάλλος κριτικός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός του κινηματογράφου, από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του γαλλικού νέου κύματος.

Προεκτατικά, η θέση του Truffaut δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Υπάρχει, αλήθεια, χολιγουντιανή ταινία ικανή να μεταφέρει στον θεατή ατόφιο τον τρόμο του ολοκαυτώματος των Εβραίων; Μπορεί η ατμόσφαιρα στο στρατόπεδο εξόντωσης Άουσβιτς να αποτυπωθεί με πιστότητα στη μεγάλη οθόνη, ήτοι χωρίς το μελοποιημένο δραματικό στοιχείο που συνοδεύει τις αμερικανικές παραγωγές; Κι αν τελικά ο Truffaut και οι υποστηρικτές του έχουν δίκιο; Ένα πέρασμα της ματιάς μας στα φιλμ εκείνα που σημάδεψαν την κατηγορία ανακαλύπτει αξιόλογες προσπάθειες που πλησίασαν το στόχο:

Στο Αποκάλυψη Τώρα! *3 ο Francis Ford Coppola μάς οδηγεί βασανιστικά αργά μα συνάμα περίτεχνα σ’ έναν άλλο πόλεμο, εκείνον που φωλεύει στην ψυχή του ανθρώπου. Ο πρωταγωνιστής του, βετεράνος ειδικών αποστολών (Martin Sheen στο ρόλο του Benjamin L. Willard), αναλαμβάνει να εξουδετερώσει τον συνταγματάρχη Walter E. Kurtz (Marlon Brando). Ο τελευταίος έχει παραφρονήσει. Καθώς ο Willard εισδύει στον κόσμο του Kurtz, άθελά του εγκλωβίζεται σ’ ένα ταξίδι ψυχογράφησης του εμβληματικού αντιήρωα. Εν τέλει η τρέλα του Kurtz, ανακαλύπτουμε, είναι προϊόν πολέμου, του πολέμου εκείνου που –γι’ αυτόν που θα καταφέρει να παρεισφρήσει στα κατάβαθα λημέρια του– οδηγεί στην παράνοια και την απόγνωση. Αυτήν την «τρέλα» επιχειρεί ο Coppola να αναδείξει σταλάζοντας στο υφάδι της αφήγησης σουρεαλισμό, ροκ μουσική, βαγκνερικές βαλκυρίες και μαύρο χιούμορ («Λατρεύω τη μυρωδιά των ναπάλμ το πρωί… Μυρίζουν νίκη», ξεστομίζει ο ήρωας του Robert Duvall σε μια από τις πιο αξιομνημόνευτες σκηνές της ταινίας). Βήμα βήμα το έργο συμπορεύεται με τον ψυχικά διαταραγμένο Kurtz, βήμα βήμα αποσκιρτά από την ορθόδοξη φιλμική δομή, γίνεται κάτι υπέρμετρα φιλόδοξο και τολμηρό, έπος το ονόμασαν πολλοί, λέξη που άλλωστε ταιριάζει στους μεγάλους πολέμους.

Παραμένουμε για λίγο στην ιδιαιτερότητα αυτής της σκηνοθετικής γραφής επειδή δεν αποδίδει απαραίτητα το επιθυμητό αποτέλεσμα. Καθώς η ουσία παραγκωνίζεται από το άναρχο στιλ και τον αισθητικό πληθωρισμό του Coppola, δημιουργός και κοινό μοιάζουν να βυθίζονται σε θολό όνειρο που ο πρώτος (εν αγνοία του;) δημιούργησε, χάνοντας παράλληλα μια τεράστια ευκαιρία να θέσει ευθέως ένα βαθύ πολιτικό ερώτημα με τεράστιες ιδεολογικές προεκτάσεις: ήταν τελικά αναγκαίος ο πόλεμος στο Βιετνάμ;

Στον Ελαφοκυνηγό *4 ο αντίκτυπος του ίδιου πολέμου μπαίνει στο μικροσκόπιο του Michael Cimino. Η ανέμελη ζωή τριών αντρών στην Πενσυλβάνια του 1967 ανακόπτεται και σταδιακά μετατρέπεται σε εφιάλτη καθώς το καθήκον που καλούνται να υπηρετήσουν στη μακρινή Σαϊγκόν δεν είναι ακριβώς αυτό που περίμεναν. Ακόμη ένα κλασικό πορτρέτο έκφρασης της απογοήτευσης που καλλιέργησαν οι Αμερικανοί για έναν άδικο πόλεμο. Το φιλμ τυγχάνει εξαιρετικών ερμηνειών (από τους Robert De Niro, Cristopher Walken και Meryl Streep), μολονότι το μεγάλο ατού του Cimino εντοπίζεται στις σεκάνς ρωσικής ρουλέτας, παιχνίδι στο οποίο οι Βιετναμέζοι εξαναγκάζουν τους Αμερικανούς αιχμαλώτους τους στοιχηματίζοντας πάνω στην ίδια την αξία της ανθρώπινης ζωής. Τούτος είναι ο μεγάλος συμβολισμός του πολέμου για τον νεοϋορκέζο δημιουργό: το τυχαίο/μοιραίο (ο θάνατος) συναντά το σκόπιμο (ο πόλεμος), τα δυο τους τέμνονται με ολέθριες συνέπειες πάνω στους τραγικούς ήρωες της ταινίας.

Θα ήταν άδικο, ωστόσο, να χαρακτηριστεί η ταινία ρητά αντιπολεμική. Παρά τα 183 λεπτά διάρκειάς της, παρατηρούμε με αμείωτο ενδιαφέρον τον έμπειρο Cimino να στήνει με μεράκι μια καταβάθος συναισθηματική ταινία μακριά από το πεδίο της μάχης. Κι αυτό ακριβώς είναι ο Ελαφοκυνηγός πέρα από τα όποια αντιπολεμικά του σκιρτήματα: έργο βαθιά αισθαντικό. Ο πόλεμος εδώ δρα καταλυτικά, μέσο εκτόνωσης για πλούσια ανθρώπινα συναισθήματα· τη φιλία, τη μοναξιά, τις ανθρώπινες σχέσεις και τις τρικυμιώδεις αντιδράσεις του ανθρώπου, όταν έρχεται αντιμέτωπος με τα υπαρξιακά του αδιέξοδα.

*3 Το Apocalypse Now (1979) τιμήθηκε με ένα Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες και ήταν υποψήφιο για Όσκαρ καλύτερης ταινίας και για Χρυσή Σφαίρα για καλύτερη ταινία – δράμα, ενώ βραβεύτηκε με δύο Όσκαρ, Φωτογραφίας και Ήχου.

*4 Το The Deer Hunter (1978) κέρδισε πέντε βραβεία Όσκαρ, ανάμεσα τους βραβείο Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και Όσκαρ Σκηνοθεσίας (για τον Michael Cimino).

Σπουδαία θέση στο θεματογραφικό υλικό του αντιπολεμικού κινηματογράφου καταλαμβάνουν όμως και οι ηθογραφικές ταινίες του Oliver Stone, ανθρώπου που υπηρέτησε στο Βιετνάμ, γι’ αυτό και η δουλειά του κρίνεται εμμέσως αυτοβιογραφική.

Στο Platoon *5 , την κατά πολλούς καλύτερη δουλειά του σκηνοθέτη μέχρι σήμερα, ο Stone μάς παρουσιάζει ένα μοραλιστικό δράμα με χαρακτήρες ιδιάζοντες, φυσιογνωμικά και ψυχολογικά παραμορφωμένους. Δεν είναι φανταστικός ο πόλεμος του Stone, ούτε εξευγενισμένος. Δεν διαθέτει ψευδεπίγραφους ήρωες.

Η δεσπόζουσα διαφοροποίησή του από τη συμβατικότητα άλλων ταινιών εντοπίζεται κυρίως στο χτίσιμο ενός αυθεντικού κόσμου που απαγορεύει με αυστηρότητα στον θεατή ανάσες γαλήνης ή δικαίωσης. Όλα μέσα στη ζούγκλα του νοτίου Βιετνάμ εν έτει 1967 φαντάζουν δυσοίωνα, απάνθρωπα, θανατηφόρα. «Αν δεν πας από σφαίρα, θα πας από τσίμπημα κουνουπιού», μας λέει ο δημιουργός που επέμεινε τα γυρίσματα να λάβουν τόπο στην (επίσης αφιλόξενη) ζούγκλα των Φιλιππίνων, εγχείρημα υλικοτεχνικά δύσκολο από την αρχή μέχρι το τέλος.

Και σε αυτό όμως το παράδειγμα θα ήταν ολίσθημα να παραλείψουμε το σχόλιο του Truffaut περί υμνητικού εγκωμιασμού της μάχης. Στο δραματικό φινάλε της ταινίας συναντούμε τον έντιμο Elias (Willem Dafoe) να σωριάζεται καταγής από τα πυρά του εχθρού. Έχει ήδη προδοθεί από τους ομοϊδεάτες του, ξεμένει ολομόναχος στην ανθρωποφάγα ζούγκλα, η σκιά του θανάτου πέφτει βαριά πάνω στο βλέμμα του. Είναι σκηνή αμιγώς χολιγουντιανή εφόσον ο δημιουργός φροντίζει να την αποτυπώσει επιστρατεύοντας την αργή κίνηση, ύστερα να την ανυψώσει με το «άσμα ηρωικόν και πένθιμον» του Γάλλου μουσικοσυνθέτη Georges Delerue, υπογραμμίζοντας την παραδοχή του Truffaut. Έτσι λοιπόν ο ρεαλισμός και η πετυχημένη ηθογραφική αποτύπωση των ηρώων του φιλμ υποσκελίζονται διαμιάς από τον λυρισμό, η συναισθηματική φόρτιση κυριεύει την οθόνη.

Στο Σταυροί στο Μέτωπο *6 (1957), ακόμη ένα από τον Kubrick και κατά την άποψη του συγγραφέα την καλύτερη ταινία στο είδος, ο τελειομανής δημιουργός πλησιάζει όσο κανείς άλλος στη γη της επαγγελίας σε ό,τι άπτεται του αντιπολεμικού μηνύματος. Εδώ η ματαιότητα του πολέμου μεταφέρεται πίσω στο Γαλλικό Μέτωπο του 1917 και βιώνεται από στρατιώτες που εκτελούνται για παραδειγματισμό, επειδή αρνήθηκαν να επανδρώσουν αποστολή θανάτου κατά του εχθρού. Η αφήγηση δομείται κι ολοκληρώνεται πάνω σε προσεκτικά εκτελεσμένα οπτικά κοντράστ. Όλες οι αποφάσεις και το πλάνο της επίθεσης, για παράδειγμα, προαποφασίζονται από ανθρώπους υπερφίαλους μέσα σε ολοφώτεινες κι ευρύχωρες σάλες πολυτελών σατό, κάτι ανάμεσα στην τεχνοτροπία μπαρόκ και το ύφος ροκοκό. Ο χαμερπής υλισμός δεσπόζει στα πλάνα. Οι μεταξύ τους διαφωνίες κάμπτονται εύκολα, σχεδόν παιδιάστικα, με αντάλλαγμα υποσχέσεις για παρασημοφορήσεις και προαγωγές. Σε τούτη την «επιχρυσωμένη» παρακμή ο Kubrick, βιρτουόζος στο μοντάζ και την οικονομία στις λήψεις, αντιπαραβάλλει τη ζωή μέσα στο χαράκωμα, ζωή ασφυκτικά στενόχωρη, βρώμικη, σκοτεινή. Μα και φθαρτή, προ πάντων φθαρτή σε τούτον τον προθάλαμο του επέκεινα. Στην αμμοδόχο των στρατηγών οι στρατιώτες κονιορτοποιούνται σε κόκκους άμμου, η αξία της ανθρώπινης ζωής περιθωριοποιείται, σχεδόν συντρίβεται. Στην αμμοδόχο του σκηνοθέτη αμφότερες οι πλευρές εξετάζονται ενδόμυχα μέσα από το πρίσμα της ανθρωπιάς, της συντροφικότητας, του ήθους. Η ηρωική διάσταση του πολέμου παραμένει απούσα μέχρι τέλους.

*5 Το Platoon (1986) βραβεύτηκε με τέσσερα βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και με Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας.

*6 Παρότι απέσπασε αρκετά βραβεία, το αριστούργημα του Kubrick έχασε το «βρετανικό Oscar» (BAFTA) από το Η Γέφυρα του ποταμού Κβάι στην κατηγορία καλύτερης ταινίας. Η κυκλοφορία του φιλμ απαγορεύτηκε στη Γαλλία μέχρι και τον θάνατο του Charles de Gaulle το 1970 καθώς κατηγορήθηκε ότι προσβάλλει την περηφάνια των Γάλλων για στρατιωτικό πατριωτισμό.

«Πατριωτισμός, το τελευταίο καταφύγιο ενός παλιοτόμαρου!», μας λέει ο Kubrick διά στόματος του κεντρικού ήρωά του (Kirk Douglas στο ρόλο του αγνού Dax που πάσχει και συμπάσχει με τους στρατιώτες του), χρησιμοποιώντας τα λόγια του Άγγλου συγγραφέα Samuel Johnson για να στηλιτεύσει περαιτέρω την κοινωνικοταξική ανισότητα και τον παραλογισμό του στρατιωτικού νόμου. Είναι το πιο ουμανιστικό έργο του σκηνοθέτη. Έργο που ο Kubrick κλείνει με νότα ελπίδας και αισιοδοξίας για ένα καλύτερο αύριο. Δεν είναι χολιγουντιανό ‘happy end’, είναι η τελική διαμόρφωση μιας άκρως ανθρωπιστικής και αντιπολεμικής συνείδησης που επαναστατεί κατά του σαθρού συστήματος. Είναι ανταρσία. Αλλά φυσικά μιλάμε για τον Kubrick, δημιουργό που το Χόλιγουντ δεν κατάφερε ποτέ να τιθασεύσει.

Στην απέναντι όχθη συναντά κανείς τα αντιπολεμικά φιλμ εκείνων που προσπάθησαν κι απέτυχαν. Χαρακτηριστικό το πιο πρόσφατο παράδειγμα του Clint Eastwood με τίτλο Ελεύθερος Σκοπευτής *7.

Ο επώνυμος ήρωας Chris Kyle (Bradley Cooper σε μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία) πρώτα πυροβολεί, έπειτα διερωτάται, όλα επί ματαίω μιας και πάντα επιστρέφει στο πεδίο της μάχης, για να αφαιρέσει περισσότερες ζωές. Οι επιβεβαιωμένοι θάνατοι φτάνουν τους 160, οι φήμες κάνουν λόγο για 255 ανεπιβεβαίωτα θύματα – άντρες, γυναίκες, παιδιά. Κατά τον Eastwood, oι αποφάσεις του πρωταγωνιστή είναι ορθές και καίριες, δεν σηκώνουν αμφισβήτηση.

Ο Eastwood εξιδανικεύει υπέρ το δέον τον Kyle: ταπεινόφρων και πατριώτης, ένας τίμιος οικογενειάρχης. Ο αληθινός Kyle δεν βρίσκεται πια κοντά μας, η άποψή του επί της κινηματογραφικής του «μετενσάρκωσης» θα μας ενδιέφερε. Δολοφονήθηκε προ πενταετίας από 25χρονο πεζοναύτη που έπασχε από μετατραυματικό στρες.

Ο Eastwood αποφεύγει συνειδητά να ρίξει τον φακό του πάνω στον πραγματικό Kyle, προτεραιότητα γι’ αυτόν παραμένει η αγιοποίηση της εκστρατείας των γιάνκηδων στη Μέση Ανατολή. Το σκηνοθετικό πλάνο του έχει προαποφασισθεί, η αλήθεια παραχαράζεται, η διαστρέβλωση στην εξιστόρηση των γεγονότων οφείλεται, εκτιμώ, στην υποκειμενικότητα της οπτικής που διέπει σύσσωμη την ομάδα παραγωγής του φιλμ. Ως εκ τούτου το τελικό αποτέλεσμα κρίνεται προπαγανδιστικό.

Και ο εχθρός; ‘Savages’ *8 τούς κατονομάζει ο Kyle στην αυτοβιογραφία του, παρότι το σενάριο που έχει στα χέρια του ο Eastwood σπρώχνει τούτον το χαρακτηρισμό σε δυσθεώρητα ύψη. Στο έργο η μυθοπλαστική εξόγκωση των ανταγωνιστών αποδυναμώνει τον λόγο του σκηνοθέτη και, ταυτόχρονα, ενδυναμώνει την κριτική υποψία πως έχουμε ξεμακρύνει πια αρκετά από εκείνο που αρχικά θεωρούνταν αληθινή μαρτυρία, ιστορικό ντοκουμέντο, βιογραφικό κείμενο. Έπεται μάχη μέχρις εσχάτων ανάμεσα στον Kyle και σε ανθρώπους με υπόσταση υπερφυσική. Σαδιστές, παιδοκτόνοι, δολοφόνοι με ηλεκτρικά τρυπάνια, πάνω τους ο Eastwood απλώνει εσθήτα εκτρωματική. Η απόσταση προσώπου και προσωπείου αυξάνεται ανεξέλεγκτα.

Στο βάθος όμως στέκει κι ένας πόλεμος, για λόγους απλούστευσης ας τον ονομάσουμε προπατορικό αμερικανικό πόλεμο. Ίδιος κι απαράλλαχτος για πέντε αιώνες τώρα, από τότε που ο Νέος Κόσμος ποδοπάτησε τον Παλαιό, συνεχίζει απτόητος να αμαυρώνει την ανθρώπινη ιστορία. Καουμπόιδες εναντίον Ινδιάνων, Γιαπωνέζων,

*7 Το πολεμικό δράμα American Sniper (2014) απέσπασε εξαιρετικά σχόλια από τους κριτικούς και γνώρισε μεγάλη ανταπόκριση στα ταμεία αποφέροντας 547,3 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως. Έλαβε έξι υποψηφιότητες για Όσκαρ, μεταξύ των οποίων για Καλύτερη Ταινία και Α’ Ανδρικού Ρόλου, κερδίζοντας ένα στην κατηγορία Καλύτερου Μοντάζ Ηχητικών Εφέ.

*8 «Αγρίους, αγροίκους» (Αγγλικά στο κείμενο)

Βιετναμέζων, Ιρακινών, Αφγανών. Τι κι αν λείπει το 44άρι Magnum ρεβόλβερ του θρυλικού «μπάτσου» που ενσάρκωσε ο Eastwood με τη σκανδαλώδη επωνυμία Βρώμικος Χάρι *9; Στον Ελεύθερο Σκοπευτή ο σήμερα 87χρονος καλλιτέχνης δεν διστάζει να ξαναθυμηθεί τα «οργισμένα» νιάτα του, μετατρέποντας τη Μέση Ανατολή σε Άγρια Δύση, τα στενοσόκακα και τα φτωχόσπιτα του Ιράκ σε αρένα θανάτου.

Στο τέλος η αμερικανική σημαία ανεμίζει με καμάρι. Καμιά ηθική περιπλοκότητα. Καμιά μετάνοια. Όλα αφήνονται στο μονότονο καμβά του άσπρου και του μαύρου· σ’ αυτό συνηγορεί άλλωστε κι ο χρεωκοπημένος αμερικανικός ιμπεριαλισμός: ή εμείς, ή αυτοί. Ο συμπαθέστατος Eastwood (θέλω να πιστεύω πως) δεν είναι ανιστόρητος. Εθισμένος είναι στα παραισθησιογόνα με τα οποία οι Clinton, George W., Dick Cheney et al γαλούχησαν μια ολόκληρη ήπειρο επί σειρά ετών.

Πάντως πολύ ορθά έχει ειπωθεί στο παρελθόν πως τελικός «συγγραφέας» μιας ταινίας είναι ο ίδιος ο θεατής, στην κρίση του επαφίονται η ειλικρίνεια ή η υποκρισία μιας ταινίας.

Αν κρίνουμε από το μέγεθος της εισπρακτικής επιτυχίας που γνώρισε ο Ελεύθερος Σκοπευτής, τότε το φιλοθεάμον κοινό μάλλον προτιμά τον ταρτουφισμό του Eastwood από τον αβαντγκαρντισμό, ας πούμε, του Ari Folman (Waltz with Bashir *10, 2008). Δεν είναι λίγοι εκείνοι, λοιπόν, που θα αποζητήσουν (και θα απολαύσουν χωρίς ενοχή) το θέαμα της πολεμικής μάχης και των συμπαρομαρτούντων της: τη βία, το θάνατο, το αίσθημα της επικράτησης σε βάρος του αντιπάλου.

Εξάλλου η απουσία ελέγχου για την απόκτηση και κατοχή όπλων, καθώς και τα συνεχή κρούσματα μαζικής βίας στις ΗΠΑ σήμερα, καθρεφτίζουν με τον πλέον πρόδηλο τρόπο τις σύγχρονες κοινωνικές τάσεις και προτιμήσεις. Το 1899 ο Oscar Wilde έγραψε ότι η ζωή μιμείται την τέχνη πολύ καλύτερα από ό,τι η τέχνη μιμείται τη ζωή, και δεν είχε άδικο.

Σε αυτό το σημείο, τουτέστιν στις ψυχαγωγικές, καλλιτεχνικές ή ακόμα και ιδεολογικές προσδοκίες του θεατή, επεμβαίνει το Χόλιγουντ που, παρότι δηλώνει φιλελεύθερο, ο φιλελευθερισμός του σπάνια συμβαδίζει με τα οικονομικά συμφέροντα των μεγάλων στούντιο παραγωγής που το συγκροτούν και το ζωοδοτούν. Τα τελευταία πολύ δύσκολα στις μέρες μας θα χρηματοδοτήσουν μια θεμελιωδώς αντιπολεμική παραγωγή. Στη μεγάλη και δη προαιώνια σύγκρουση της ψυχαγωγίας με την τέχνη, νικήτρια βγαίνει συνήθως η πρώτη.

Η αντιπολεμική κουλτούρα, ασφαλώς, γεννήθηκε στην Αμερική ως απάντηση στον πόλεμο του Βιετνάμ πριν από πενήντα περίπου χρόνια. Ήταν όμως μια άλλην εποχή, στείρα από ψηφιακές παρεμβάσεις (ίντερνετ, κοινωνικά δίκτυα) ή οικονομοθηρικές βλέψεις κι αυτό συνετέλεσε τα μάλα στο να ακουστούν με δύναμη και διαύγεια φωνές ικανών δημιουργών στο χώρο της 7ης τέχνης. Τούτος, βλέπετε, ήταν στην ουσία ο αντιμιλιταριστικός ακτιβισμός του άλλοτε. Τώρα πια [η εποχή εκείνη] κινδυνεύει να ξεχαστεί ολότελα, κατά τον τρόπο που την παραμέρισαν από τον πια χορτάτο αμφιβληστροειδή του θεατή αφενός οι αναρίθμητες πολεμικές ταινίες δράσης της δεκαετίας του ’80 (οι οποίες ταύτισαν ανεπανόρθωτα τον πόλεμο με τη διασκέδαση) κι αφετέρου, όπως προαναφέραμε, η αποστασιοποίηση των χολιγουντιανών στούντιος από τη χρηματοδότηση μη εμπορικών παραγωγών.

*9 Ο Βρώμικος Χάρι, ένας ασυμβίβαστος και βίαιος μπάτσος της Αστυνομίας του Σαν Φρανσίσκο, πρωταγωνίστησε σε σειρά αστυνομικών ταινιών (συνολικά πέντε) πίσω στις δεκαετίας του ’70 και του ’80 και καθιέρωσε τον ηθοποιό Clint Eastwood στο ρόλο του κινηματογραφικού «σκληρού».

*10 Η ταινία Βαλς με τον Μπασίρ είναι ισραηλινής παραγωγής, σε σενάριο και σκηνοθεσία Άρι Φόλμαν. Καταγράφει τις απόπειρες του Φόλμαν, ενός βετεράνου του πολέμου Ισραήλ – Λιβάνου του 1982, να ανακτήσει τις χαμένες αναμνήσεις του από γεγονότα σχετικά με τη σφαγή στα στρατόπεδα προσφύγων Σάμπρα και Σατίλα. Απέσπασε πολλά βραβεία ανάμεσα στα οποία κι αυτό της Χρυσής Σφαίρας για καλύτερη ξενόγλωσση ταινία.

Σημαντικό μερίδιο ευθύνης σήμερα φέρει ωστόσο κι ο ακατάπαυστος βομβαρδισμός ειδήσεων από τα ΜΜΕ. Είναι ειδήσεις που αφορούν ένοπλες συρράξεις ανάμεσα σε κράτη, η σπουδαιότητα και τραγικότητα των οποίων υποβαθμίζονται εξαιτίας της ταχύτητας, της συχνότητας αλλά και της προχειρότητας με τις οποίες μεταφέρονται από τον δημοσιογράφο στον δέκτη, ξανά και ξανά σαν ανούσιο μετείκασμα.

Τέλος είναι και ο τρόπος με τον οποίο οι εκάστοτε σύγχρονοι δημιουργοί εκφράζουν την αντίθεσή τους στις φρικαλεότητες της πολεμικής συμπλοκής. Συνήθως με λόγο έντονα καταγγελτικό, σπάνια με συγκρατημένη και στοχαστική ή θυμοσοφική στάση. Τα έργα τους φείδονται ανθρωποκεντρικής οπτικής που τόσο πολύ την έχουν ανάγκη. Κατ’ επέκταση και οι σύγχρονοι κινηματογραφιστές δίνουν περισσότερη προσοχή στο στιγμιαίο οπτικό ερεθισμό, τη στιγμή που η αυθεντικότητα της πραγματικής εικόνας του πολέμου, πόσο μάλλον η εσωτερικευμένη βίωσή της, αυτομάτως αναιρούνται από μια τέτοια προσέγγιση.

Ο πόλεμος από μόνος του, μείζον ιστορικό γεγονός το δίχως άλλο, δεν έχει ανάγκη από διανθίσεις και ρητορείες. Η όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστική και απλή αναπαράστασή του τον καθιστά πανίσχυρο κι επιβλητικό. Παρά την ένσταση του Truffaut, η κατακλείδα των παραπάνω έργων παραμένει κοινή και εξόφθαλμη: ο πόλεμος χαράζει πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη τραγική τομή, τομή που, όπως αποδεικνύεται ιστορικά, δύναται να αποτυπωθεί αποτελεσματικά στο μέσο εφόσον ο δημιουργός κατανοήσει σε βάθος την ιδέα του πολέμου. Η πολυεπίπεδη φύση μιας τέτοιας λεπτομερούς αναζήτησης απαιτεί από τον δημιουργό να ξεπερνά τα συμβατικά όρια της κινηματογραφικής τέχνης (ήχος, εικόνα, μοντάζ), να γίνεται ως ένα βαθμό μελετητής, ιστορικός και διδάσκαλος ώστε να μπορεί να αφηγηθεί αποτελεσματικά τις κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές πτυχές της ένοπλης σύρραξης.

Οι Spielberg, Kubrick, Cimino, Coppola και Stone αντιλήφθηκαν αυτή ακριβώς την ιδιοσυγκρασία στην απεικόνιση του πολέμου και, άλλος λίγο άλλος πολύ, κατάφεραν μέσα από αξιόλογα έργα να μας μεταφέρουν τη φρίκη του.

Cineramen
Νίκος Δρίβας

Νίκος Δρίβας

Facebook Twitter Google+

Δημιουργός και συντάκτης του www.cineramen.gr αλλά κυρίως φανατικός του σινεμά

Share

Δείτε ακόμα στο Cineramen

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.