Ρόδα, τσάντα και Κοπάνα – Κριτική ταινίας

2
1823

Διάρκεια:91′
Πρωταγωνιστούν: Κώστας Βουτσάς, Ελένη Φιλίνη, Στηβ Ντούζος
Μετά από 30 χρόνια στην Αμερική ο πάμπλουτος μαφιόζος Pit Paras (Κώστας Βουτσάς) αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα και να επενδύσει σε μια νόμιμη ‘μπίζνα’. Έτσι αγοράζει και αναλαμβάνει την διεύθυνση του εγκαταλελειμμένου ‘Λυκείου Χαβαλέ’.ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 0 / 5

Στο νέο κεφάλαιο της ιστορίας θα παρακολουθήσουμε ένα εκμοντερνισμό των 80ς σταρ, κάποιους μαθητές σε ρόλους δασκάλων και ένα καστ «ότι, μα ότι να ναι» να περιφέρει το κουφάρι του σε όλη την διάρκεια της ταινίας. Το σενάριο δεν είναι τίποτα το σπουδαίο, ενώ η σκηνοθεσία μοιάζει κυριολεκτικά βγαλμένη από τα 80ς.

Τα απειροελάχιστα κωμικά στοιχεία είναι διάσπαρτα και ουσιαστικά αποκαλύπτονται σχεδόν από το τρέιλερ. Στα τεχνικά χαρακτηριστικά φαίνεται ότι η ταινία πάσχει σε πολλούς τομείς, ενώ ίσως το μόνο που μπορεί να την σώσει είναι κάπως το αφελές του όλου χαρακτήρα της.
Οι ηθοποιοί των βασικών ρόλων (Φιλίνη, Ντούζος, Βουτσάς) αχρηστεύονται σε μία προσπάθεια αναβίωσης της εποχής, ενώ οι αρκετοί guest star περιορίζονται σε ρόλους γλάστρας. Ας πούμε ότι οι “Ντούζος, Φιλίνη, Παπαναστασίου” κρατάνε τα προσχήματα μιας και είχαν ζήσει την άνθηση της βιντεοκασέτας, οι προσθήκες των Κατσουράνη, του τύπου από το 11880 όπως και του Κάτμαν που ακριβώς κολλάνε;
Πραγματικά, θα τις χαρακτηρίζαμε το λιγότερο γελοίες, μιας και επαληθεύουν περίτρανα τους αρχικούς μας φόβους για αρπαχτή. Οι νεαροί πρωταγωνιστές δεν έχουν να αποδείξουν κάτι το σπουδαίο, ενώ η αμηχανία των περισσότερων είναι φανερή σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Στην προκειμένη, αυτό που στην ουσία αλλάζει είναι η εμφάνιση των μαθητών, που σίγουρα είναι πιο κοντά στα μοντέρνα γούστα. Αλλιώς, πάρε τον έναν και χτύπα τον άλλον.
Συνοπτικά, μία εμπορική προσπάθεια για συνέχεια του μύθου που σημάδεψε την δεκαετία του 80, με λάθος συντελεστές, λάθος προσανατολισμό και κυρίως λάθος προσέγγιση. Βλέποντας το νέο «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα» πραγματικά άρχισα να εκτιμώ το κωμικό ταλέντο του Γαρδέλη και του Παπαναστασίου. Σε κάποια πράγματα είναι καλύτερο να μην δίνεται συνέχεια, μιας και η σημερινή νεολαία απέχει δραματικά από αυτά που βλέπουμε στην ταινία, πόσο μάλλον από εκείνη των 80ς.
Με ταινίες του είδους ( Show Bitch, I love Καρδίτσα, Κληρονόμος και το υποφαινόμενο) ο ελληνικός κινηματογράφος δείχνει ότι γυρίζει στην εποχή των σπηλαίων, πιο συγκεκριμένα στα 80ς, όταν την ίδια στιγμή, από την ίδια χώρα και με μηδενικό budget «Ο κυνόδοντας» κυνηγάει το «Οσκαρ». Δεν ξέρω τι άλλο να πω, ίσως ο επόμενος σταθμός να είναι λογικά ένα remake στην «Μεγάλη απόφραξη».

2 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.